Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

ΚΡΕΒΒΑΤΙΑΝΟΙ ΟΠΛΑΡΧΗΓΟΙ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ




      Γεννήθηκε στον Κρεββατά το 1821. Ήταν οπλαρχηγός της περιοχής ην επανάσταση του 1866 εκλέχθηκε αρχηγός της Επαρχίας με την ιδιότητα αυτή μετείχε ολόψυχα στον αγώνα κατά των εχθρών. 
      Το 1867, όταν ο Αρίφ πασάς , ξεκίνησε από τη Βιάννο, για να πάει στην Ιεράπετρα κι από εκεί στα Μεραμπελλιώτικα, προς βοήθεια του Ρεσίτ πασά, ο Μιχαλοδημητράκης τον περίμενε στα Βατοπήγαϊδα, όπου και τον καθυστέρησε. Στη συνέχεια τον παρενοχλούσε καθ' όλη τη δαδρομή του προς τα ανατολικά, δίνοντας χρόνο στους άλλους οπλαρχηγούς να οργανώσουν την αντίστασή τους.
       Γενικά έλαβε μέρος σε πολλές μάχες που έγιναν στην περιοχή του κατά τίς οποίες διακρίθηκε για τη γενναιότητα και την ανδρεία του. Πέθανε στο χωριό του , το 1867.
(Γιάννη Χρηστάκη ό.π.).  


          Γιος του Γεωργίου Μιχαλοδημητράκη πήρε μέρος στην επανάσταση του 1878 αλλά και στους μετέπειτα αγώνες κατά των Τούρκων μέχρι την απελευθέρωση της Κρήτης. Παρέμεινε στη συνέχεια στον Κρεββατά, παντρεύτηκε την κόρη του Καπετάν Γιαννίκου από τα Αμιρά και δημιούργησε οικογένεια με πολλά παιδιά. Η μεγαλύτερη κόρη του, Καλλιόπη, παντρεύτηκε με τον Ματθαίο Λουλάκη από τα Αμιρά, γιο του επίσης οπλαρχηγού Σταύρου Λουλάκη για να αποδοθεί στην ίδια η ονομασία της Καπετάνισσας. Το έλεγε και η ίδια όταν καβαλικεύοντας το κοκκινότριχο, δυνατό και γρήγορο μουλάρι της έλεγε: Εγώ μωρέ είμαι κόρη του καπετάν Μιχαλοδημήτρη. Το 1926, η πληροφορία ότι ο συγχωριανός τους Γεώργιος Αγαπάκης ( του Χαχαντή) είχε δημιουργήσει σχέσεις με μια από τις κόρες του Μιχαλοδημητράκη, θεωρήθηκε οικογενειακή προσβολή και ο αδελφός της Νίκος τον σκότωσε,
            Το γεγονός αυτό, που αποδοκιμάστηκε από τους κατοίκους του Κρεββατά και των γύρω χωριών και υποχρέωσε την οικογένεια του Μιχαλοδημητράκη να εγκαταλείψει το χωριό τους και να εγκατασταθεί στο χωριό Αγιά  Φωτιά.
ΠΗΓΗ: Άρθρο του Γεωργίου Χρηστάκη που δημοσιεύτηκε στις Βιαννίτικες Ρίζες έκδοση της Ι.Λ.Α.Ε.Β. το 2008.

ΑΣΧΟΛΙΕΣ ΚΡΕΒΒΑΤΙΑΝΩΝ




ΤΩΝ ΚΡΕΒΒΑΤΙΑΝΩΝ

Του Νίκου Διακάκη συν/χου δάσκαλου
Οι κάτοικοι του Κρεββατά ήσαν σχεδόν όλοι γεωργοί. Έσπερναν κριθάρι, σιτάρι, κουκιά, φακή και μερικές φορές ρεβίθια. Έσπερναν ταγή για τα μεταφορικά τους μέσα, το γάιδαρο ή το μουλάρι, καθώς ρόβι για τα βόδια και τις αγελάδες τους. Έσπερναν λινάρι για την ενδυμασία τους αλλά και για κλινοσκεπάσματα. Έτρεφαν εκτός από τα βόδια για το όργωμα και το γάιδαρο ή το μουλάρι για τις μεταφορές, δυο ή τρεις αίγες και πρόβατα για το γάλα, για κρέας από τα ρίφια και τ' αρνιά τους αλλά και για το μαλλί των προβάτων. Έτρεφαν κότες για αυγά και κρέας καθώς και κουνέλια. Στα περβόλια τους καλλιεργούσαν χειμερινά και καλοκαιρινά λαχανικά όλων των ειδών. Φρούτα στον Κρεββατά είχαν αρκετά, ρόγδια, δέσπολα, αλλά και πορτοκάλια, σύκα, σταφύλια και απίδια. Για λεμόνι στο φαγητό, πολλές φορές χρησιμοποιούσαν νεράντζια ή τα άγουρα σταφύλια, την αγγουρίδα. Οι γυναίκες στο τέλος της Άνοιξης μέχρι τις αρχές του Καλοκαιριού ασχολούνταν με το μεταξαριό. Αξιοποιούσαν το μετάξι που έβγαζαν για δικά τους και των ανδρών επίσημη ενδυμασία, αλλά και για πολλά από τα προικιά των κοριτσιών τους.

         1. Γιατροί.

         α. Στον Κρεββατά γεννήθηκε, μεγάλωσε και σπούδασε στην Αθήνα ο Νικόλαος Κονδυλάκης. Στις σπουδές του τον βοήθησε οικονομικά ο Νικόλαος Ζωάκης και τον πάντρεψε με την κόρη του Στυλιανή. Την ιατρική του άσκησε στον Άγιο Βασίλη.
         β.Γέννημα και θρέμμα του Κρεββατά ήταν ο Ιωάννης Μαρής. Τον σπούδασαν οι γονείς και τ' αδέλφια του. Την ιατρική του άσκησε με έδρα τα Αμιρά.
         γ. Στον Κρεββατά γεννήθηκε και ο γιατρός Χριστόφορος Παπάΐωάννου, γιος του παπα-Γιάννη Ζωάκη ή παπα-Ροϊδη. Μετά τις ιατρικές του σπουδές έκανε ειδικότητα στη χειρουργική στη Γερμανία. Παντρεύτηκε στη συνέχεια και εγκαταστάθηκε στην Ιεράπετρα, σε δική του κλινική, αλλάζοντας το επώνυμο του σε Παπαϊωάννου.
        δ. Από τον Κρεββατά κατάγονται και οι γιατροί Γιώργος και Μανόλης (πέθανε πρόωρα το 2008) Ζώης, παιδιά του δικηγόρου Σπύρου Ζώη και της δασκάλας Αθηνάς Βετουλάκη.
         ε. Κρεββατιανός στην καταγωγή είναι και ο παιδίατρος Μάνθος Αγγελάκης, γιος του Μανόλη Αγγελάκη κι εγγονός του πολυκαταστηματάρχη, όπως θα αναφερθεί πιο κάτω, Μαθιού Αγγελάκη ή Ζουριδομαθιού.



     2. Δικηγόροι:

         α. Δημήτριος Κονδυλάκης,. Αδελφός του γιατρού Νικολάου Κονδυλάκη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Κρεββατά. Τέλειωσε τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στον Άγιο Βασίλειο, όπου διατηρούσε και το Γραφείο του.
         β. Σπύρος Ζωάκης ή Ζώης. Κι αυτός γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Κρεββατά. Σπούδασε Νομικά, παντρεύτηκε με τη δασκάλα Αθηνά Βετουλάκη και εγκαταστάθηκε στο Ηράκλειο, όπου άσκησε τη δικηγορία.

       Δυο ατυχείς φοιτητές της Νομικής.
        α . Ιωάννης Μαρκόπουλος. Ευφυής και άριστος μαθητής , μετά το Γυμνάσιο εγγράφεται στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης, Για να καλύπτει τα έξοδα σπουδών του κατατάσσεται στη Χωροφυλακή, αλλά το κίνημα του Βενιζέλου το 1935 έκρινε την τύχη του. Η δικτατορία του Μεταξά απέλυσε τους Κρήτες χωροφύλακες κι έστειλε στη φυλακή το Γιάννη Μαρκόπουλο. Ο πόλεμος του 1940, η κατοχή και ο εμφύλιος βρίσκουν το Γ. Μ. Στην αριστερή παράταξη. Οι διώξεις που υπέστη, οι φυλακίσεις, οι εξορίες και το άσθμα που τον βασάνιζε επέφεραν νωρίς το θάνατο του.
        β. Μιχαήλ Στ. Ζωάκης. Άριστος, ευφυής και χαρισματικός μαθητής, μετά το Γυμνάσιο, εγγράφεται στη Νομική Σχολή Αθηνών. Ο πόλεμος του 1940 τον υποχρέωσε να διακόψει τις σπουδές του. Αργότερα βρέθηκε κι αυτός στην αριστερή παράταξη, δεν του επιτράπηκε να συνεχίσει τις σπουδές του κι έμεινε χωρίς πτυχίο.

      3. Ιερείς.
       Η ενορία του Κρεββατά διακονήθηκε από Κρεββατιανούς ιερείς.
        α. Γρηγόρης Κονδυλάκης , πατέρας του Νικολάου και του Δημήτρη Κονδυλάκη, γιατρού και δικηγόρου αντίστοιχα.
        β. Παπά Γιάννη Ζωάκη ή παπά Ροΐδης, πατέρας του γιατρού Παπαϊωάννου.  
        γ. Παπά Κωστής Αγγελάκης, που πέθανε νωρίς και οι κάτοικοι τον έκλαψαν πολύ.
         δ. Παπά Νικολής Κονδυλάκης. Χειροτονήθηκε ιερέας στον Πεύκο και σήμερα εξυπηρετεί και άλλες ενορίες.
       Μετά από το θάνατο του παπά Κωστή Αγγελάκη στον Κρεββατά υπηρέτησαν ιερείς από τα γειτονικά χωριά, ο παπά Μαθιός από το Κεφαλοβρύσι, ο παπά Λεωνίδας από τον Βαχό, ο παπά Αντώνης από το Λουτράκι, ο παπά Δημήτρης από τα Αμιρά κ.ά.

4.   Δάσκαλοι-Καθηγητές

         Στον Κρεββατά γεννήθηκαν, μεγάλωσαν και φοίτησαν στην Παιδαγωγική Ακαδημία Ηρακλείου οι Νίκος Διακάκης, Γιάννης Βαρδονικολάκης, Γιάννης Διακάκης. Και η Στέλλα Αγγελάκη που φοίτησε στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Ρόδου. Υπηρέτησαν σε διάφορα σχολεία της Κρήτης αλλά και έξω από αυτή.

        Συνταξιούχοι σήμερα οι τρεις πρώτοι ζουν στα Χανιά ο Νίκος Διακάκης και η Στέλλα Αγγελάκη, ο Γιάννης Βαρδονικολάκης στην Αθήνα, ενώ ο Γιάννης Διακάκης υπηρετεί στο Δημοτικό Σχολείο Άρβης. Ο Νίκος Διακάκης πέτυχε σε εκπαιδευτικό διαγωνισμό και διορίστηκε επιθεωρητής δημοτικών σχολείων στην Δ' περιφέρεια Χανίων, με έδρα την Κίσαμο. Μετά από 3 χρόνια έχασε τη θέση του και γύρισε στο σχολείο του ως Διευθυντής.
Κρεββατιανός όμως δάσκαλος είναι και ο από το Βραχάσι καταγόμενος Μιχάλης Κυπριωτάκης. Υπηρέτησε πολλά χρόνια στο Δημοτικό Σχολείο Κρεββατά, παντρεύτηκε με Κρεββατιανή και πρωτοστάτησε στις ποικιλόμορφες εκδηλώσεις του χωριού.
Στον Κρεββατά γεννήθηκε κι εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα ο καθηγητής Γιώργος Κονδυλάκης, γιος του πολυάσχολου και δημιουργικού Χαρή και της Σοφίας Κονδυλάκη.

5.   Υπάλληλοι σε διάφορες υπηρεσίες

Χρυσόστομος Μ. Αγγελάκης και Μύρων Α. Αγγελάκης υπηρέτησαν στον ΟΤΕ, πέθαναν όμως και οι δυο πολύ νωρίς. Ο Χρυσόστομος Αγγελάκης και ο Εμμ. Ν. Αγγελάκης υπηρέτησαν στην Χωροφυλακή και διαμένουν με τις οικογένειές τους ο πρώτος Κομοτηνή και ο δεύτερος στη Θεσσαλονίκη.
Επιστήμονες και υπάλληλοι με καταγωγή τον Κρεββατά υπάρχουν και πολλοί άλλοι, ιδιαίτερα νέοι. Η επί πολλά χρόνια απομάκρυνσή μου από το χωριό μας δε μου δίνουν τη δυνατότητα να είμαι ενήμερος για τις δραστηριότητες των νέων με καταγωγή τον Κρεββατά. Εύχομαι σε όλους καλή δύναμη στο έργο τους και μια πρόσθετη ευχή. Να μην ξεχνάνε το όμορφο χωριό των παππούδων τους.
6.    Οικοδόμοι (χτίστες)

        Για την οικοδομή είχαμε πολλούς τεχνίτες.
        Καλλιτέχνης στο τέλειο χτίρι, ήταν ο Νικόλαος Ζωάκης με το παρανόμι Καλόγερος. Σε μια πόλη θα ήταν περιζήτητος για μαντρότοιχους ή ξερολιθιές. Ο Κωστής Αγγελάκης, που αργότερα χειροτονήθηκε εφημέριος του χωριού. Ο Γεώργιος και Μανόλης (αδελφοί) Ζωάκης.
       Ο Μανόλης (της παπαδιάς) Αγγελάκης και αργότερα οι μπετατζήδες Βασίλης Διακάκης και Γιάννης Αγγελάκης.
          7. Έμποροι-καφετζήδες
         Οι έμποροι στον Κρεββατά συνδύαζαν περισσότερες ασχολίες στον ίδιο χώρο. Το καφενείο ήταν και ψιλικατζίδικο. Πουλούσε και τρόφιμα (ρύζι, μακαρόνια, ζάχαρη, κρασί, χαρτικά κ.ά.), καθώς και υφάσματα. Γινόταν περιστασιακά, κασάπικο και μαγειρείο. Τέτοια μαγαζιά ήσαν:
      α. Του Μαθιού Αγγελάκη (τσαγκάρικο, ψιλικατζίδικο, καφενείο, κασάπικο και μαγειρείο).
      β. Του Μανώλη Ν. Ζωάκη (καφενείο, υφάσματα, τρόφιμα),
      γ. Του Γεωργίου Μαρή (υφάσματα, τρόφιμα, εμπορία λαδιού, χαρούπιών κλπ),
      δ. Του Μανόλη Ζωάκη (καφενείο, τρόφιμα, κουρείο),
      ε. Του Ιωάννη Π. Αγγελάκη (καφενείο, τρόφιμα, ψιλικά).
      στ. Του Βάσου Ζωάκη. Τους περισσότερους μήνες έμενε στον Προφήτη Ηλία, περιοχή Βαχού. Εξυπηρετούσε τους εκεί παραγωγούς το χειμώνα που έσπερναν ή μάζευαν ελιές και το καλοκαίρι που θέριζαν κι αλώνιζαν.
        8. Βοσκοί.
       Ένας ήταν ο συστηματικός βοσκός, με κατσίκες κυρίως στη θέση Αστοιβιδερό της περιφέρειας Βαχού, ο Στυλιανός Γιαλιαδάκης από το Κεφαλοβρύσι που παντρεύτηκε κι έμενε στον Κρεββατά. Βοηθούς στο κοπάδι του είχε τις πέντε θυγατέρες του που έφευγαν από την μάντρα, μόνο όταν παντρεύονταν.
7.   Οργανοπαίχτες:

         Μανόλης Καργιολάκης (ή Μεγκράνης), λύρα.
        Μιχάλης Κυπριωτάκης, ο δάσκαλος. Έπαιζε βιολί και μαντολίνο.
        Νίκος Διακάκης, βιολί.
8.   Χορευτές.

        Φημισμένους χορευτές δεν έβγαλε το χωριό μας. Τους βασικούς όμως χορούς (πεντοζάλη, χανιώτη, καλαματιανό και πηδηχτό) τους χόρευαν τα περισσότερα κορίτσια και αρκετά αγόρια. Χόρευαν και τους ευρωπαϊκούς (ταγκό και βαλς).

      Νικόλαος Μαρκόπουλος Γεώργιος Ζωάκης (Γεωργαλένιος)
        Μιχάλης Κυπριωτάκης, πρωτοψάλτης ο ίδιος αλλά φρόντιζε και είχε δίπλα του στο αναλόγιο τους μαθητές του Γυμνασίου και άλλα παιδιά. Έτσι σχεδόν όλα τα αγόρια του χωριού έψαλαν. Διακρινόταν ως καλλίφωνος ο Μύρων Αγγελάκης και ο Στυλιανός Καρακωσταντάκης, αλλά πολλές φορές έψαλαν και ο Πέτρος Ζωάκης, ο Νικόλαος Κονδυλάκης (χειροτονήθηκε αργότερα ιερέας), ο Γεώργιος Κονδυλάκης ενώ συνεχίζει επί πολλά χρόνια να ψάλει στην εκκλησιά του Άη Γιάννη ο Μανόλης του παπά Κωστή Αγγελάκη.
10.Θέατρο στο χωριό.

       Το θέατρο στο χωριό έπαιζε σπουδαίο ρόλο. Οργανωτής, καθοδηγητής και εκτελεστής των παραστάσεων ήταν ο δάσκαλος μας Μιχάλης Κυπριωτάκης. Για ηθοποιούς διάλεγε τους πιο ικανούς μαθητές, αλλά και απλούς νέους του χωριού που απέδιδαν με επιτυχία το ρόλο τους.
   Στο έργο 'Αθανάσιος Διάκος', το ρόλο του Διάκου τον είχε ο Μιχάλης Στ. Ζωάκης  και τον απέδιδε με μεγάλη επιτυχία.
    Στο έργο 'Γκόλφω', την Γκόλφω υποδυόταν ο Μιχ. Στ. Ζωάκης, ενώ το ρόλο του αρραβωνιαστικού της Γκόλφω τον είχε ο Δημήτρης Αγγελάκης που διατήρησε μετά το όνομα Τάσος.
     Στο έργο 'Σμαράγδω' τη Σμαράγδω υποδυόταν η Στέλλα Γ. Αγγελάκη, τελειόφοιτος, τότε, του Γυμνασίου και τον αδελφό της υποδυόταν ο Μύρων Αγγελάκης.
      Εκτός από τις θεατρικές παραστάσεις των συγχωριανών μας, είχαμε και τον περιοδεύοντα Καραγκιόζη και παραστάσεις με ακροβάτες ή θιάσους με θαυματοποιούς, ταχυδακτυλουργούς, σιδεροφαγάδες κουταλιανούς:. «σίδερα μασάει ο Κουταλιανός, τρεμει σαν το ψάρι στην κυρά του εμπρός»
      13. Συμμετοχή στους Εθνικούς αγώνες.
       Σημαντική ήταν η συμμετοχή των κατοίκων του Κρεββατά σε όλους τους Εθνικούς αγώνες και πολλοί από αυτούς διακρίθηκαν για τη προσφορά τους. Περιορίζομαι μονάχα στην αναφορά μου στο γενναίο, στους αγώνες κατά των Τούρκων Γεώργιο Μιχαλοδημητράκη και στον αγώνα κατά των Γερμανών Γιάννη Μαρκόπουλο.




ΠΗΓΗ: Βιαννίτικες ρίζες. Έκδοση  Ι.Λ.Α.Ε.Β. τεύχος 3 Ηράκλειο 2010


Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Η Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου Άρβης.







Η Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου Άρβης.

         Ιδρύθηκε γύρω στο 1880 από το μοναχό Αρτέμιο Νοδαράκη. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Αρτέμιος αρχικά επέλεξε ως θέση για τη Μονή την έξοδο του φαραγγιού της Άρβης, πάνω στα ερείπια του αρχαίου Ναού του Άρβιου Δία. Αργότερα, λόγω των ελών που σχηματιζόταν στην κοιλάδα μπροστά από το φαράγγι της 'Αρβης, όπου συγκεντρώνονταν και λίμναζαν τα νερά του ποταμού, μεταφέρθηκε στις ανατολικές παρυφές της πλαγιάς, όπου χτίστηκαν τα πρώτα κελιά της Μονής και η παλιά εκκλησία.
         Ένας θρύλος αναφέρει, ότι η εικόνα του Αγίου Αντωνίου έφευγε τη νύχτα  και πήγαινε ψηλά , << στην πλευρά >>, στα βράχια μόνη της. Τότε οι μοναχοί αποφάσισαν και έχτισαν νέο ναό στη θέση αυτή, που είναι και η σημερινή του θέση.
         Πιθανότατα η αιτία εγκατάλειψης της παλιάς εκκλησίας ήταν τα πολλά νερά που υπήρχαν γύρω της  από τις πολλές πηγές που ανέβλυζαν εκεί και διατηρούνταν ακόμη και την δεκαετία του 60. Αυτή ήταν και η αιτία που τα μικρά κελιά των μοναχών κτίστηκαν από την αρχή ψηλά στα βράχια . Ο Ναός όμως, λόγω του μεγέθους του,  είχε κτιστεί χαμηλότερα που υπήρχε χώρος. Λόγω της αστάθειας του εδάφους , άρχισαν να σχηματίζονται ρωγμές στους τοίχους,  που τον κατέστησαν επικίνδυνο, παρά τις υποστυλώσεις που του έκαναν. Ειδικά όταν  δημιουργήθηκε μια μεγάλη ρωγμή πάνω από την είσοδο που φαίνεται και σήμερα. Έτσι αποφασίστηκε η μετεγκατάσταση του. Εγκατέλειψαν την παλιά εκκλησία, αφού  μετέφεραν τα ιερά σκεύη , τις εικόνες και τα Άγια Λείψανα. Διατήρησαν μόνο το νεκροταφείο για την ταφή  των νεκρών.
         Η Μονή γνώρισε στιγμές μεγάλης ακμής στο παρελθόν και σύμφωνα με μαρτυρίες ντόπιων, ήταν από τις πιο ξακουστές και πιο πλούσιες της περιοχής. Λειτούργησε με το κοινοβιακό σύστημα τουλάχιστον από το 1900, με 19 μοναχούς.
          Η Μονή έγινε η αιτία να διαδοθεί η καλλιέργεια της μπανάνας. Ένας μοναχός  της Μονής επισκέφτηκε  την Αίγυπτο γύρω στο 1920. Επιστρέφοντας, έφερε μαζί του ένα φυτό . Το φύτεψε στη Μονή , ευδοκίμησε και  η καλλιέργεια της διαδόθηκε . Στην αρχή τις μπανάνες τις καλλιεργούσαν οι κάτοικοι  στα περιβόλια , σαν φρούτα εποχής ή καλλωπιστικά φυτά . Μετά την κατοχή, άρχισε συστηματικά η καλλιέργεια και το εμπόριο τους και για πολλά χρόνια αποτελούν πηγή πλούτου για τους κατοίκους της περιοχής.
         Πριν την κατοχή η μονή είχε  πέντε μοναχούς.  Τον Ανανία , τον Λουκά , τον Κύριλλο , τον Κοσμά και τον Γεννάδιο. Στη διάρκεια της κατοχής υπήρξε το κρησφύγετο των καταδιωκομένων από τους Γερμανούς και ο τόπος συγκέντρωσης των επιτροπών της επαρχίας Βιάννου , για τη λήψη σημαντικών αποφάσεων. Όταν κηρύχθηκε  από τους Γερμανούς , << νεκρή ζώνη  >> , όλη η περιοχή της Άρβης , έφυγαν όλοι οι μοναχοί  και πήγαν στο μοναστήρι της Αγίας Μονής στην Άνω Βιάννο. Μόνο ο Κύριλλος δεν έφυγε. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1943 οι Γερμανοί σκότωσαν τον μοναδικό μοναχό Κύριλλο Συναδινάκη 75 ετών, κατά κόσμο  Κωνσταντίνο Συναδινάκη από το χωριό Αμαριανό Πεδιάδας, καθώς και τον Εμμανουήλ Παξιμαδάκη , 56 ετών, από τον Άγιο Βασίλειο Βιάννου, που βρέθηκε εκεί για αγροτικές εργασίες. Στη συνέχεια έκαναν σκοποβολή με στόχο την καμπάνα της εκκλησίας, πήραν τις εικόνες, σύλησαν τα ιερά σκεύη…  και έκαψαν τα κελιά και την εκκλησία. Οι Γερμανοί μετά την καταστροφή της επαρχίας Βιάννου, έδωσαν άδεια να ταφούν οι νεκροί.  Στον Άγιο Αντώνιο πήγε τότε, ένας χωριανός του Κύριλλου, ο χωροφύλακας Δετοράκης Μιχάλης, που υπηρετούσε στη Βιάννο. Μάζεψε τα πτώματα τους και τα έθαψε πίσω από  το ιερό της παλιάς εκκλησίας .
        Μετά την κατοχή οι άλλοι μοναχοί του Αγίου Αντωνίου έμειναν στην Αγία Μονή  Βιάννου και η Μονή ερήμωσε μέχρι το 1959 που εγκαταστάθηκε εκεί ο Ιερόθεος Κωστομανωλάκης και την ανακαίνισε. Μετά το 1968 , διάφοροι άλλοι μοναχοί  προσπάθησαν να διατηρήσουν το μοναστήρι μέχρι σήμερα που το υπηρετεί ένας μοναχός ο Κύριλλος.
       Σήμερα σώζονται και οι δύο ναοί. αφιερωμένοι στον Άγιο Αντώνιο. Η παλιά εκκλησία ερειπωμένη και η νέα που έχει   ανακαινισθεί.  Επίσης αρκετά ερειπωμένα κτίσματά της , όπως τα άφησαν οι Γερμανοί κατακτητές  και λίγα ανακαινισμένα για τη διαμονή του μοναχού που  την υπηρετεί.


Οι γέροντες μοναχοί
Ιερόθεος Κωστομανωλάκης και Τιμόθεος Καρπουζάκης


Μαύρα ρούχα να φορούμε
Εδηλώσαμε εμείς
Κι ότι πρέπει να πενθούμε
Στην καντάδα της ζωής
   
     Κάθε μικρός τόπος έχει τις δικές του μικρές ιστορίες  και τις ιστορίες αυτές τις γράφουν οι άνθρωποι, αν έχουν την ικανότητα ή την ευλογία του Θεού ή το χάρισμα, στο εφήμερο πέρασμά τους από τη γη.
      Στα τέλη της δεκαετίας του 50  εγκαταστάθηκαν στην Ιερά μονή Αγίου Αντωνίου , Άρβης Βιάννου, δύο σημαντικοί κληρικοί της εκκλησίας μας : Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Κωστομανωλάκης  και ο μοναχός τότε Τιμόθεος Καρπουζάκης.
        Ο Αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Κωστομανωλάκης, γεννήθηκε το 1919 στο Ζαρό και ακολούθησε την μοναχική ζωή από παιδί. Εκάρη μοναχός το 1948 και τοποθετήθηκε ηγούμενος στο μοναστήρι του Αγίου Νικήτα στον Αχεντριά όπου έμεινε ένδεκα χρόνια. Το 1959 πήγε ηγούμενος στο μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου Αρβης Βιάννου, που ήταν εγκαταλειμμένο, το οποίο ανακαίνισε, περιποιήθηκε και το έκανε ένα πραγματικό παράδεισο . Συγχρόνως τοποθετήθηκε εφημέριος στην μικρή ενορία Κρεββατά Βιάννου. Από εκεί το 1968 μετακινήθηκε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Σεληνάρι Λασιθίου και το 1970 στο μοναστήρι της Κεράς Καρδιώτισσας όπου έμεινε δέκα χρόνια. Το 1980 το μοναστήρι έγινε γυναικεία Μονή και έτσι μετακόμισε στον Άγιο Γεώργιο Επανωσήφη όπου παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του. Εκοιμήθη  το 2002 σε ηλικία 83 ετών. Ο Θεός να τον αναπαύσει.

        Ο Τιμόθεος Καρπουζάκης γεννήθηκε το 1939 στο Ζαρό και ήταν ανιψιός του Ιεροθέου Κωστομανωλάκη. Από την ηλικία των 13 ετών βρέθηκε κοντά στο θείο του στον Άγιο Νικήτα Αχεντριά. Εκάρη μοναχός στις 20 Αυγούστου  1958 στην Ιερά Μονή Βροντησίου όπου έμμεινε τρείς μήνες και μετά πήγε στον Άγιο Νικήτα Αχεντριά. Εκεί έμεινε μαζί με τον θείο του Ιερόθεο , μέχρι  το 1959 και μετά πήγαν στο μοναστήρι Αγίου Αντωνίου Άρβης. Χειροτονήθηκε Διάκονος το 1961 στο Άγιο Γεώργιο Επανωσήφη και Ιερέας  το 1962 στο πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας Κεφαλοβρυσίου Βιάννου από τον τότε Αρχιεπίσκοπο Πέτρας κ.κ. Δημήτριο, που τον τοποθέτησε εφημέριο στον Άγιο Βασίλειο Βιάννου. Το 1972 πήγε στο Μοναστήρι της Κεράς Καρδιώτισσας και τοποθετήθηκε εφημέριος στο Σφεντύλι για  επτά χρόνια. Το 1979 πήγε στη Μονή Βροντησίου, από όπου είχε ξεκινήσει την μοναχική ζωή και τοποθετήθηκε εφημέριος στον Κόκκινο Πύργο για λίγο καιρό. Μετά πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Γοργολαϊνι όπου έμεινε τέσσερα χρόνια. Το 1988 πήγε στο Άγιο Γεώργιο Επανωσήφη μαζί με τον θείο του και τοποθετήθηκε εφημέριος στην Καρκαδιώτισσα ενώ εξυπηρετούσε και την ενορία Παλλιανής. Το 2003 συνταξιοδοτήθηκε και από τότε   παραμένει μέχρι σήμερα στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου  Επανωσήφη.
          Τους παραπάνω μοναχούς γνώρισα , παιδί εγώ τότε,  κατά την παραμονή τους στο μοναστήρι  Αγίου Αντωνίου  Άρβης Βιάννου .
          Τα δύσκολα αυτά χρόνια. της δεκαετίας του 60, τα καμένα χωριά της επαρχίας Βιάννου προσπαθούσαν ακόμη να ορθοποδήσουν, από τις συνέπειες της κατοχής και τη θηριωδία των Γερμανών. Και το μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου, με τους δύο παραπάνω μοναχούς, έπαιξε το σημαντικό ρόλο του.  Το μοναστήρι, που ήταν πλούσιο για την εποχή του, είχε ανοιχτές τις πόρτες του σε όποιον ζητούσε βοήθεια, πνευματική ή υλική.  Πολλοί άνθρωποι έφαγαν, << ένα κομμάτι ψωμί >>, από  εκεί και βρήκαν ηθική αλλά και υλική βοήθεια για να αντιμετωπίσουν σοβαρά  προβλήματα. Ειδικά από τα κοντινά χωριά  , αλλά και κάθε διαβάτης που ο δρόμος του τον έφερνε εκεί.
           Πρωτοστατούσαν στα κοινά , βοηθούσαν όπου μπορούσαν και ειδικά στην ανακαίνιση και τον καλλωπισμό των Ναών των ενοριών τους. Δεν τους άρεσε να υπάρχουν μίση και έχθρες ανάμεσα σε ανθρώπους  και όποτε συνέβαινε και το μάθαιναν, πάντοτε έκαναν παρεμβάσεις τις περισσότερες φορές με επιτυχία. Είχαν πάντοτε να πουν μια καλή και σωστή κουβέντα σε όποιον ζητούσε τη βοήθειά τους σαν πνευματικοί πατέρες αλλά βοηθούσαν και υλικά, όσο μπορούσαν, όποιον χτυπούσε την πόρτα τους.
           Διέθεταν ακόμη και μεγάλο μέρος του μισθού τους ώστε να μην υπάρχει  σπίτι χωρίς φαγητό ή παιδί να μην έχει ένα << λουκουμάκι >>  όπως έλεγαν. Και τα παιδιά χωρίς λουκουμάκι  ήταν πολλά τα δύσκολα εκείνα χρόνια.
           Είχαν φτιάξει ένα μοναστήρι κόσμημα για τον επισκέπτη με λουλούδια παντού, πρόσβαση στον Ναό με νέα τσιμεντένια σκαλιά. Η εντυπωσιακή για την εποχή σβίγα  ( βαρούλκο )  ανέβαζε το νερό από την πηγή στην αυλή της εκκλησίας για να ποτίζονται τα λουλούδια ( σήμερα δεν υπάρχει ). Τα πάντα ασβεστωμένα και πεντακάθαρα. Έκαναν ανακαίνιση των κελιών, που έμεναν, και του Ιερού Ναού του Αγίου Αντωνίου. Πιο δίπλα ήταν η παλιά Εκκλησία με τους τάφους των κοιμωμένων μοναχών περιποιημένους. Δένδρα κάθε λογής που έδιναν φρούτα όλες τις εποχές και ένα φανταστικό τοπίο. Και φυσικά πολλές , πάρα πολλές , μπανάνες. Το καλοκαίρι, ο χώρος που είχαν διαμορφώσει, κάτω από τους πλατάνους , ανάμεσα στις μυρτιές και δίπλα από την αστείρευτη πηγή, που έδινε το γάργαρο νερό της, (σήμερα δεν υπάρχουν και η πηγή έχει στερέψει ), ήταν ο χώρος υποδοχής των επισκεπτών και  προσκυνητών του μοναστηριού. Πιο κάτω οι τεράστιες κουκουναριές οι πολλές χαρουπιές και οι φοίνικες συμπλήρωναν το παραδεισένιο τοπίο.
          Η πρόσβαση στο μοναστήρι εκείνη την εποχή  γινόταν από τον μοναδικό δρόμο – μονοπάτι  , για ανθρώπους και ζώα, από τη μεριά του φαραγγιού.
          Τακτικοί   στις ιερές ακολουθίες, δεν έμεινε Κυριακή ή εορτή που να μη λειτουργήσουν σε όλη τη θητεία τους, ακόμη και όταν ήταν ασθενείς ή οι καιρικές συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες. Και φυσικά με τις εκκλησίες γεμάτες από πιστούς. Να σημειώσουμε  ότι δεν υπήρχαν τότε πολλά αυτοκίνητα και για να λειτουργήσουν μεταφερόταν από το μοναστήρι στις ενορίες τους με μουλάρια κάνοντας περισσότερο από δύο ώρες τη διαδρομή λόγω της μεγάλης απόστασης. Έφταναν  στην ενορία τους την παραμονή για την ακολουθία του εσπερινού, έμεναν εκεί το βράδυ σε σπίτι που τους είχε παραχωρήσει η ενορία , την επομένη λειτουργούσαν και μετά αναχωρούσαν πάλι για το μοναστήρι. Αργότερα η μονή απέκτησε αυτοκίνητο , ένα μικρό αγροτικό που το άφηναν στην Άρβη, και η μετακίνηση έγινε ευκολότερη.
          Η γνώση τους στο Τυπικό της εκκλησίας τεράστια. Η τήρηση της τάξης σε όλες τις ακολουθίες υποδειγματική. Τα Θείο κήρυγμα στην ενορία κάθε Κυριακή. Η ψαλμωδία τέλεια, που την μετάδωσαν σε πολλά παιδιά, που έγιναν μετά καλοί εμπειρικοί ιεροψάλτες και βοηθούν ακόμη και σήμερα στις ενορίες ή ιερείς. Είχαν το χάρισμα και την τέχνη να τραβούν τον κόσμο και ειδικά τα παιδιά κοντά στην εκκλησία , να βοηθούν στο Ναό και να αγαπούν την θρησκεία μας.
           Πιστεύω ότι την ίδια δραστηριότητα επέδειξαν και στις  άλλες περιοχές όπου βρέθηκαν και υπηρέτησαν την εκκλησία μας . Τίμησαν το ράσο που φορούσαν .
          Ο Ιερόθεος Κωστομανωλάκης και ο Τιμόθεος Καρπουζάκης άφησαν τη σφραγίδα τους στη ιστορική Μονή Αγίου Αντωνίου Άρβης, στις ενορίες τους αλλά και σε όλη την περιοχή. Αυτή ήταν η συμβολή τους στην εκκλησία  του τόπου μας. Το δικό τους "λιθαράκι" για να μένει ζωντανό και στις επόμενες γενιές, το όνομα της μονής Αγίου Αντωνίου Άρβης Βιάννου, που τόσο αγάπησαν,  υπηρέτησαν και τίμησαν.


          Ακολουθεί ο λόγος που εκφώνησε ο Ιερόθεος Κωστομανωλάκης κατά την χειροθεσία σε μοναχό του Τιμοθέου Καρπουζάκη στις 24-6-1958 και μετά ένα μοναχικό τραγούδι που είχαν φτιάξει μόνοι τους και το έψαλαν μετά τη λειτουργία όταν μοίραζαν το αντίδωρο. Τα κείμενα είναι τα αυθεντικά και μου τα παραχώρησε ο Τιμόθεος. Η γλώσσα και η ορθογραφία είναι της εποχής που γράφτηκαν και διατηρήθηκε όπου ήταν δυνατόν.


ΜΟΝΑΧΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ
                    Ήχος πλ. δ’

1.    Άνθρωπε τι να τα ποθείς και τι να περιμένεις,
     εάν σου στέλνει ο Κύριος, χρυσάφι δεν χορταίνεις.

2.    Βλέπεις πως θ’ αποθαίνομε και σ’ άλλο κόσμο πάμε,
     προτού να σου ‘ρθη ο θάνατος, δια την ψυχή σου κάμε.

3.    Γίνου οικτίρμον στα ορφανά , πεινούσι και διψούσι,
ελεημοσύνη σου ζητούν, για κείνο σ’ ακλουθούσι.

4.    Δώσε πτωχού ιμάτιο, γυμνόν και ένδυσε τον,
     πάρε τον εις τον οίκον σου, τάισε πότισε τον.

5.    Έλεος θέλει ο Θεός και καθαρά καρδία,
     καθώς το Ευαγγέλιο βοά στην Εκκλησία

6.    Ζητούσι σου δια τον Χριστόν, τον πλαστουργό του κόσμου,
για την ψυχή του αφέντη μας, ολίγον άρτο δός μου.

7.    Ήκουσες τι εκάνασι οι πρό οι περασμένοι,
μισθά και κτίζανε Εκκλησιές και ήταν μακαρισμένοι.

8.    Θεού φόβο δεν έχωμε, στην εκκλησιά δεν πάμε,
Ευαγγέλιο ν’ ακούσουμε και αντίδωρο να φάμε.

9.     Ιδού λοιπόν το θάνατο, όλοι τον καρτερούμε,
 μα την ημέρα που ΄ρχεται , ποτέ δεν την νοούμε.

10. Καθώς μας λέγει ο Χριστός, μέσα εις τα βιβλία,
      να φεύγουμε από τα κακά, κι από την αμαρτία.

11. Λέγε αν ξαγοράσωμε , τις μέρες όπου ζούμε,
 όταν θα έρθη ο θάνατος , όλα τα παραιτούμε.

12. Μα πάλι παραγγέλνει μας δια την φιλαργυρία,
 Το ψεύδος και την αρπαγή και την πλεονεξία.

13. Να πάμε θέλωμε και μείς , όλοι μας να κριθούμε.
 στο φοβερό κριτήριο, γυμνοί θα εξεταστούμε.
           
14. Ξεχωριστά θελα κριθούν, εκείνοι που σουρεύουν,
      Θεού φόβο δεν έχουνε , μήτε ψυχή γυρεύουν

15. Όταν ο Κύριος ελθεί, κρίνει την οικουμένη,
      θα τους ειπεί αμέτε σεις στο πυρ κατηραμένοι.

16. Πως δεν λογιάζεις άνθρωπε, ποτέ στο νου δε βάζεις,
 το θάνατο δεν ερευνάς, δεν λες πως θα πεθάνεις.

17. Ρηγάδες παίρνει ο θάνατος, πρίγκιπες, βασιλιάδες,
Αρχιερείς και ιερείς και μητροπολιτάδες.

18. Σήμερα είμαστε και μείς, σαν τα πουλιά του δάσους
 όταν  θ’ αργήσουσι να θρουν και τις φωλιές τους χάσουν.

19. Τον τάφο άνοιξε να δεις, αν ίσως  και ελπίζεις,
 φτωχούς, πλουσίους, βασιλείς, κανένα δεν γνωρίζεις.

20. Υπό την γη γινόμεθα και των σκουλήκων βρώμα,
       το χώμα που μας έπλασε, το βάζουμε και στρώμα.

21. Φόβος κανείς είναι να δει, κανένα πεθαμένο.
             ασούσουμο κι ανέγνωρο και ξεκοκαλιασμένο

22. Χώρια χωρίζει η ψυχή , από το άλλο σώμα,
 το κάλλος εμαράθηκε , έγινε όλο βρώμα.

23. Ψυχοπονέστε τα ορφανά και φθάσετε στα κάλλη,
             όταν ο Κύριος ελθεί εξέταση να κάμει.

24. Ω πλούσιοι αχόρταγοι, πως δεν τη νε φοβάστε,
            την φοβερή εξέταση, κι αμέριμνοι κοιμάστε

Τοποθεσίες του χωριού.

       

Στον παρακάτω χάρτη  φαίνονται οι τοποθεσίες γύρω απο το χωριό μας.


Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Οι κάτοικοι του Κρεββατά στις αρχές της δεκαετίας του 60



Οι κάτοικοι  του Κρεββατά
στις  αρχές της δεκαετίας του 60
(Συνολικά 162 άτομα )


        Σήμερα το χωριό Κρεββατάς μπορεί να είναι σχεδόν ερειπωμένο, όμως τα παλιά χρόνια τα σοκάκια του έσφυζαν από ζωή. Θα καταγράψω τα ονόματα των κατοίκων του, στις αρχές της δεκαετίας του 60 , όπως τα θυμάμαι.
         Στο Πέρα Χωριό όπως το λέγαμε (προς τον Άγιο Βασίλειο) έμεναν: Δίπλα από το Δημοτικό Σχολείο στο πρώτο σπίτι έμενε η θεία Δημητρογιαννάκη Ελένη. Καθόταν συνέχεια στον αργαλειό της. Αμέσως μετά ο Ιωάννης Αγγελάκης (Παυλογιάννης) με τη σύζυγό του Καλλιόπη και τα παιδιά του την Στυλιανή, τη Σοφία, την Ιωάννα και τον Γιώργο. Κάτω από αυτούς ήταν το σπίτι της Φωτεινής Αγγελάκη και δίπλα του γαμβρού της Γεωργίου Ζωάκη (Ντακότα). Ήταν με τη σύζυγο του Ευδοξία και τα παιδιά του Εμμανουήλ, Ιωάννη και Ιωάννα. Πρόσοψη στο δρόμο είχε το ξυλουργείο του Βασιλείου Διακάκη.  
         Κάτω από το δρόμο ήταν το σπίτι της Κυριακής Μαρκοπούλου. Έμενε με την κόρη της Καλλιόπη Κτιστάκη και το εγγόνι της Μιχάλη. Πιο κάτω ήταν το σπίτι του Εμμανουήλ και της Ελένης Αγγελάκη (Πολυγένη) με τα παιδιά τους Χρύσανθο, Τρύφωνα και Ιωάννη. Αμέσως πιο κάτω έμμενε η Μαρία Ζωάκη (Μαργή) με τις κόρες της Νίκη και Φιλοθέη. Δίπλα τους ο Μιχαήλ Ζωάκης (του Καβέ) με την γυναίκα του Στυλιανή και τα παιδιά του Εμμανουήλ, Στυλιανό και Πέτρο και πιο πάνω η γιαγιά τους η Ελένη Αγγελάκη  (θεία Κώστενα ).              
         Μετά συναντούσε κανείς την εκκλησία στη θέση που βρίσκεται και σήμερα.
         Προχωρώντας προς το χωριό και κάτω από το δρόμο βρισκόταν το σπίτι του Γεωργίου Ζωάκη ( Κουτσοχέρη ). Ήταν με τη γυναίκα του Μαριάνθη και τα παιδιά του Εμμανουήλ και Γεωργία. Αμέσως μετά πιο κάτω στο στενό έμενε ο Νικόλαος Μαρκόπουλος με τον γιό του Ιωάννη Μαρκόπουλο τη γυναίκα του Καλλιόπη και τα παιδιά τους Γιώργο και Χρυσούλα.  
         Στη συνέχεια και πάνω στον κεντρικό δρόμο βρισκόταν το σπίτι της Παπαδιάς Αικατερίνης Αγγελάκη που είχε 5 παιδιά . Τον Εμμανουήλ, τον Δημήτρη (έγινε ιερέας), την Ελένη ,τον Γιώργο και την Κωστούλα. Ακολουθούσε το σπίτι της Καλλιόπης Καρακωνσταντάκη. Μετά το σπίτι του Χαρίδημου και της Φωτεινής  Καρακωνσταντάκη με τα παιδιά τους Στυλιανό, Ιωάννη και Εμμανουήλ. Έπειτα ήταν το σπίτι της Σοφίας Κονδυλάκη με τα παιδιά της Νικόλαο και Γιώργο και δίπλα τους το σπίτι του Γεωργίου και της Αριάνθης Αγγελάκη (Πινακά ) με τις κόρες του Στυλιανή και Δόξα. Στην απέναντι πλευρά του δρόμου υπήρχαν: Το σπίτι και το καφενείο του Εμμανουήλ και της Ευαγγελίας Ζωάκη (Καβέ) όπου έμενε και ο γιός τους Πέτρος. Τα άλλα τους παιδιά ήταν παντρεμένα. Ακολουθούσε το σπίτι του Σπύρου Ζώη στο οποία έμενε η Στυλιανή Καριολάκη με τα δύο της παιδιά , τον Γιώργο και τον Ανέστη. Απέναντι ήταν η Δανάη Μιχελογιαννάκη με τη μητέρα της Μαρία (Μοιρονοπούλα).   
         Κατηφορίζοντας προς την Κάτω Γειτονιά συναντούσες το σπίτι της Ελένη Αγγελάκη  (Πεντάρφανης) που έμενε με το γιό της Ιωάννη. Δίπλα ήταν το κελί της εκκλησίας που έμμενε ο  εκάστοτε εφημέριος του χωριού. Ακριβώς μετά στη γωνία έμμενε ο Νικόλαος Συκολογιαννάκης με τη σύζυγο του Αικατερίνη και τα παιδιά τους Ιωάννη, Εμμανουήλ και Χρυσούλα. Δίπλα τους η Σοφία Αγγελάκη (Καλαμιώτισσα) με τα παιδιά της  Γιώργο, Χριστόφορο και Αικατερίνη. Απέναντι τους η θεία Ειρήνη (η Τρυφώνενα). Αριστερά η Ελένη Χατζάκη ( θεία Ζαχάραινα). Δεξιά ο Ιωάννης και η Άννα Αντωνάκη με την κόρη τους Μαρίνα. Ακολουθούσε το σπίτι της Ελένης Διακάκη (Ψυχολένη ) και του γιού της Νικολάου. Μετά έμενε η Παπαδιό Ζωάκη με την κόρη της Μαρίκα. Τους βοηθούσε και έμενε μαζί τους κάποιος Σταύρος από τα Αμιρά. Μετά ήταν το καφενείο και το σπίτι του Ματθαίου Αγγελάκη (μπάρμπα Μαθιού ) και της γυναίκας του Κατερίνας. Συνήθως εδώ έμενε και η κόρη του Κωνσταντινιά και η εγγονή του Μαρία. Απέναντι ήταν το σπίτι της Σοφίας Αγγελάκη και της κόρης της Στυλιανής Ζωάκη (Μαλεβιζώταινα).Φτάναμε έτσι στο Παπούρι που έμενε ο Βασίλειος Διακάκης με τη σύζυγο του Αντιόπη και τα παιδιά τους Νικόλαο, Ιωάννη και Ελένη.   
         Επιστρέφοντας στον κεντρικό δρόμο  ήταν το σπίτι του δασκάλου Κυπριωτάκη Μιχαήλ. Έμενε με την Πεθερά του (δεν θυμάμαι το όνομα της ) , τη γυναίκα του  Στυλιανή Αγγελάκη και τα παιδιά του Μαρίκα, Ελένη και Αλέξανδρο. Εδώ εγκαταστάθηκε λίγο αργότερα Ο Μιχαήλ Αγγελάκης (Νιάρχος) με τη γυναίκα του Σοφία και τις κόρες του Μαρία και Καλλιόπη. Πίσω τους ήταν το σπίτι του Εμμανουήλ – Καλλιόπης Ζωάκη (Κρητικού ) που έμεναν με τον γιό τους Ιωάννη. Πιο πέρα έμενε ο Πολυχρόνης Αγγελάκης με τη γυναίκα του Ξανθίππη και απέναντι τους ο Μιχαήλ Χατζάκης με τη Γυναίκα του Μαρία και τα παιδιά  τους  Ζαχαρία και Ελένη.         
          Ανηφορίζοντας στην Πάνω Γειτονιά συναντούσες το σπίτι του Μύρωνα και της Άννας Παξιμαδάκη με τα παιδιά τους Στυλιανή και Γιώργο. Πιο πάνω έμενε ο Εμμανουήλ Αντωνάκης με τη γυναίκα του Μαρία και τα παιδιά τους Σταύρο, Αικατερίνη και Φωτεινή. Πάνω από το σπίτι τους έμεναν οι γονείς του Πέτρος και Φωτεινή Αντωνάκη. Απέναντι τους έμεναν οι Στυλιανός (Λεβεντάκης) και Κυριακή Γιαλιαδάκη  με τις κόρες τους Αντιγόνη, Ελένη και Μαρία. Πιο πάνω η Χρυσή Αγγελάκη με το γιό της Αριστείδη. Μετά ήταν το σπίτι του Άγγελου - Χρυσής  Αγγελάκη που έμεναν με την κόρη τους Φωτούλα. Μετά ήταν το σπίτι του Γεωργίου – Μαρίας Αγγελάκη (Σπιρτά) και των παιδιών του Ιωάννη και Εμμανουήλ. Δίπλα τους έμενε η Χρυσή Ζορμπαδάκη με τον πατέρα της Μιχαήλ Ζωάκη (ήταν τυφλός) και τα παιδιά της Παύλο, Νικόλαο, Ελένη και Αρετή. Πιο πάνω  ήταν το σπίτι της Μαρίας Αγγελάκη (Στέργιενας) που έμενε με τους γιούς της Εμμανουήλ και Γρηγόρη. Μετά ακολουθούσε το σπίτι του Δημητρίου – Καλλιόπης Αγγελάκη (μπάρμπα Μήτσου ) και των παιδιών τους Ιωάννη, Ελένης και Γεωργίου Δίπλα τους έμενε η μητέρα τους Αναστασία Αγγελάκη. Τελευταίο ήταν το σπίτι του Ιωάννου – Φωτεινής Αγγελάκη και των παιδιών τους Νικολάου και Μαρίνας.